Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Συβιλλικόν




Σπάζει αργά
του Μαρσύα η μεταλλική πνοή
γυμνή,
πασχίζει στους αιώνες
των αγραυλούντων σκέπασε μια άξαφνη σιωπή
τις άγριες, γόνιμες, σιβυλλικές τους νότες
.


Ι.Κ

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Οσίου Αγανάχ


Στου αγανάχτη την ματιά
καθρεφτίζεται το χώμα
Δόλιε Χριστέ μου, πόσο ακόμα
θα βουλιάζει στην στεριά...

Κοιτάζει την ανηφοριά
τραβάει τζούρα, παίρνει φόρα
με πόδια που πλάστηκαν στην κατηφόρα
φωνάζει γι' άδικο ντουνιά...


Μου αξίζει μια βρώμικη άκρη της Αθήνας, μια ντουντούκα και μια συστάδα απο αγαναχτινετζάντ να με κοιτούν με οίκτο.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011



Στό ῥεμβασμὸ καὶ στό θυμὸ μὲ τή γυναῖκα μοιάζει
κι οἱ ναῦτες περισσότερο τὴν ἀγαποῦν γι' αὐτό.
Κι ὅταν ἀργὰ καὶ ῥάθυμα στά μάτια τοὺς κοιτάζει,
θαρρεῖς ἔναν παράξενο πώς φέρνει πυρετό.


Γάτες των Φορτηγών, Ν. Καββαδίας

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

(Σ)ούλα


Η αλήθεια είναι πως ψιλοτρόμαξα...!
Η Σουλάρα απ' τα Σεπόλια φαίνεται να ενοχλήθηκε που πάρκαρα πάνω στην πλαστική γλάστρα που είχε απλώσει φαρδιά-πλατιά έξω απ' το σπίτι της για να κρατήσει την θέση παρκαρίσματος στον γιό...
Θεέ μου, ήταν όντως τρομακτική! Κατευθυνόταν προς το μέρος μου κραδαίνουσα γαλή ράτσας σπανιοτάτης εξ Ανατολών, και φοβερίζοντας με, μου δήλωσε με τόνο εμφατικό: Ρε πουσταρά, τυφλός είσαι? Ενώ κατευθυνόταν προς το μέρος μου παρατηρούσα το τέρας που επρόκειτο να αντιμετωπίσω. Γύρω στα 50, χοντρή, με στήθος καλοταϊσμένης αγελάδας και φορώντας μια γαλάζια ρόμπα με λουλουδάκια έμοιαζε σύμφωνη με το σεπολιώτικο τοπίο. Απο την άλλη, το λευκό γατί Βιρμανίας που κρατούσε (και κόντευε να πνίξει στα βυζιά της) φαινόταν τόσο αριστοκρατικό..Απο πού να το είχε βουτήξει άραγες...αναρωτήθηκα.
Πρίν προλάβω να τελειώσω τον συλλογισμό μου, είχα δεχτεί μια βελούδινη σφαλιάρα στο πρόσωπο!!
Με χτύπησε με το γατί στα μούτρα! Πόνος κοφτός, αριστοκρατικός, ράτσας...
Η αλήθεια είναι πως το περιστατικό τελείωσε γρήγορα καθώς ανταπόδωσα με κλωτσιά στον κακοσχηματισμένο της κώλο (της Σουλάρας, όχι της γάτας) και έφυγα. Σκέφτομαι όμως πόσο πιο επίπονο θα ήταν να δεχόμουν την σφαλιάρa απο κάτι που καθαρίζει κρεμμύδια, αλλάζει κανάλια και ψηφίζει Αντρέα...το βρωμερό χέρι της Σουλάρας.
Oh mon dieu...και σκούπισα, αγαλλιών, την πληγή...

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

Προσκύνημα στην Εσχατιά



1,2,3,...

Οι τελευταίες στάλες της φθινοπωρινής μπόρας. Πόσο ηδονικά χαϊδευαν το λευκό, μαρμάρινο μονόστυλο που στεκόταν εγωιστικά σε αυτό το ορεινό κομμάτι γής. Σαν να μην έβρεξε. Οι σταγόνες γλίστρησαν στο λευκό μάρμαρο, ψηλάφισαν την λιτή αρχαία επιγραφή και χάθηκαν στο πετρώδες έδαφος του βουνού. Μια απλή στιγμή ανάμνησης. 

Οι κάτοικοι των γύρω ορεινών χωριών αποκαλούν αυτό το μέρος Κολώνα ή Μονοστύλι. Βέβαια λίγοι έχουν έρθει εδω γιατί ακόμα και γι' αυτούς είναι δύσκολο να ανέβουν στο διάσελο του όρους και να τραβερσάρουν στις υψηλές πετρώδεις κορυφές του. Λίγοι βοσκοί το έχουν δει απο κοντά μα δεν αγγίζουν ποτέ την μια και μοναδική μαρμάρινη στήλη. Ισως απο σεβασμό, ίσως και απο φόβο καθώς οι μύθοι των αρχαίων μαρμάρων ξεφτίζουν πιο δύσκολα απο τα ίδια τα μάρμαρα. Τα αερικά και τα τελώνια κρατούν ακόμα λευκό το μονόστυλο. 

Ένιωθα ήρεμος και ακμαίος. Το ανηφορικό μου ταξίδι φαίνεται πως δεν με κούρασε. Ποτέ δεν με κούραζαν οι ανηφόρες. Όταν όμως αυτές σταματούν, φαντάζομαι πως θα νιώθει κανείς άβολα αν δεν αντικρύζει κάτι στην κορφή. Έστω και μια αρχαία, λιτή μαρμάρινη στήλη. Κάτι που να διαφέρει. Μια ,αισθητικά διαφορετική, ανθρώπινη δημιουργία, φτιαγμένη απο τα χέρια θνητών, αδύναμων και ατελών όντων.

Δεν υπάρχει Θεός στο Μονοστύλι. Μόνο λευκό μάρμαρο και ανθρώπινος ιδρώτας. Δεν ζεί εδω ο Θεός και είμαι σίγουρος πως κάτι τέτοιο θα γράφει και η επιγραφή στο μάρμαρο που η παλαιότητα της και οι γνώσεις μου δεν μου επιτρέπουν να την διαβάσω. 

Άρχισε να ψιχαλίζει. Ησυχία. Το ζεστό υδάτινο άγγιγμα της με κάνει να ηρεμώ, να διώχνω τις ενοχές και τις αμαρτίες μου. Ουράνιος αγιασμός βρέχει στον τάφο των Θεών. Νεκροί κείτονται οι Θεοί στο Μονοστύλι.

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Πίκωλο



Τέσσερεις λέξεις τσέπης
παναγιοτάτης νοήμονος σκέψης
αντάλλαγμα...
Ερινύες, δίκαιες μνείες, ανομίες
Χάραγμα...
Δισταγμός, γαλήνη, ευθύνη, Σαδισμός
Όπλο που λέει, λύνει, κλαίει, καταρρέει...
Ο Θεός.

Nicotine Lover


υ.γ: Για τον εικοστό τέταρτο Μάη. Δώρο.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Eγωϊσμός...μια παλιά κινέζικη ιστορία.


Υπήρχε πριν από αιώνες ένας σπουδαίος Υπουργός και Αξιωματούχος της Κίνας. Όμως, παρά την φήμη, τα πλούτη και την δύναμή του στην εξουσία, έτρεφε βαθύ σεβασμό στον πνευματικό του δάσκαλο, που επισκεπτότανε συχνά και στον οποίο πάντα συμπεριφερότανε με ευγένεια και ταπεινότητα.

Σε μια από τις επισκέψεις του, ρώτησε τον δάσκαλό του «σεβασμιότατε, τι είναι ο εγωισμός κατά την γνώμη σου;»
Αμέσως ο δάσκαλος κοκκίνισε από θυμό και είπε άγρια στον μαθητή του «τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή;;!»

Ο Υπουργός αμέσως πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος από την αντίδραση του δασκάλου του και φανερά εκνευρισμένος, έτοιμος να βάλει τις φωνές στον δάσκαλο.
Τότε ο δάσκαλος τον πρόλαβε χαμογελώντας ήρεμα και του είπε «ΑΥΤΟ, εξοχότατε, είναι εγωισμός».

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Νυν απολύοις


O Στρατής το στοιχειό –έτσι ακουγότανε τώρα σ' όλο το νησί, χρόνια και χρόνια– δεν αγαπούσε τον κόσμο και ζούσε πάντ' αλάργα απ' τους ανθρώπους. Aπό παιδί μούτσος στα Σκοπελίτικα καράβια και πιο ύστερα ναύτης και λοστρόμος και καπετάνιος, και τώρ' ακόμα, πούχε παρατήσει τις θάλασσες, γέρος ογδοντάρης, κι έπιασε τους γιαλούς, με τη μικρή του ψαρόβαρκα, τη «Mαχώ» –της μοναχοκόρης του τ' όνομα– δεν άλλαζε όλα τα καλά του κόσμου με τη μοναξιά του. Έτσι του κόλλησε και το παρανόμι. O Στρατής το Στοιχειό με τ' όνομα. Ωστόσ' ο Στρατής δεν ήτανε και τόσο μονάχος, στη μοναξιά του. Eίχε τους συντρόφους του. Kι αν δεν τους έβλεπε ο κόσμος, τί τάχα; O Στρατής γελούσε από μέσα του. «Tα μάτια του κόσμου, σα δεν είναι στραβά, αλλοιθωρίζουν, έλεγε κάποτε με τον εαυτό του. Λίγα πράματα βλέπομε με τα μάτια μας. Kι όσα δε βλέπομε, είναι τα περισσότερα». Kαι σαν άκουγε το παρανόμι του έλεγε μέσα του περήφανος: «Στοιχειό και με τα στοιχειά ζω...».
O Στρατής στη μοναξιά του είχε τους καλύτερους συντρόφους του κόσμου. Kαι πώς αλλιώς; Άνθρωπος δε στάθηκε, που να μπορεί να ζήσει μοναχός του. Oύτε τα στοιχειά, τ' αληθινά στοιχειά. Kι ο πιο έρημος ακόμα, και στου βουνού την κορφή και στη μέση του πελάγου να τον βάλεις, κάθε ψυχή, κάθε αγρίμι στου λόγγου τα βαθειά, και το καψαλισμένο δένδρο, καταμεσής του κάμπου, βρίσκει τον σύντροφό του. Πολλές φορές έκανε με το νου του τη συλλογή τούτη ο Στρατής το Στοιχειό, όταν άκουγε αποπίσω του τα λόγια του κόσμου. Mα ο κόσμος είναι στραβός, έλεγε. Mε ό,τι βλέπει μιλάει.
― Mοναχά μέσα στους ανθρώπους μπορεί να βρεθή κανένας αληθινά έρημος, συλλογιζότανε. Tέτοια μοναξιά μπορεί να σου φέρει τρέλλα! Mακρυά απ' τους ανθρώπους, βρίσκει πάντα κανένας τον σύντροφό του. Kαι τάχα μοναχά οι ανθρώποι είναι σύντροφοί μας; Ένα ζωντανό, ένα σκυλί, ένα γατί, ένα πετούμενο είναι κάποιες φορές καλύτεροι συντρόφοι απ' τους ανθρώπους. Kαι μονάχα τούτα; Ένα δένδρο, ένας βράχος, ένα κούτσουρο ακόμα. Tους μιλάς και σου μιλούνε. T' αγαπάς και σ' αγαπούνε. Tύφλα νάχουνε οι ανθρώποι και τα καλά τους.
Ωστόσ' ο Στρατής το Στοιχειό μήτε τέτοιο σύντροφο δεν είχε κανένα. Oύτε σκυλί, ούτε γατί, ούτε ζωντανό, ούτ' ένα κούτσουρο ακόμα.
Tο κορίτσι του, το Mαχώ, τη μονάκριβή του, την είχε από μικρή σε μια γερόντισσα, που την είχε αναθρέψει ορφανούλα. Στη χάση και τη φέξη την έβλεπε, τα πόδια του δε βαστούσανε ν' ανεβαίνει συχνά απάνω στο χωριό και το ψωμί του ήτανε κάτω στο γιαλό. Mα η αγάπη και η λαχτάρα της ήτανε πάντα μαζί του. Kαι με αυτή βαστιότανε στον κόσμο.
― Kι η έγνοια κι η αγάπη συντρόφοι μας είναι, έλεγε μοναχός του. Kι οι καλύτεροί μας συντρόφοι. Aυτοί κι ο Στρατής. Tον ξέρω και με ξέρει. Tου μιλώ και μου μιλεί. Mαλλώνομε κι αγαπίζομε. Ώς που να κλείσομε τα μάτια και να χωρίσομε για πάντα.
Έτσι κάθε βράδι, σα μαγείρευε κανένα ψαράκι μες στη βάρκα του και τραβούσε και την τσότρα του, έβαζε κέφι ο Στρατής με τον Στρατή, και ξαπλωμένος απάνω στο πρυμνιό σκαμνί ανάσκελα, κοίταζε τ' άστρα τ' ουρανού κι άρχιζε την κουβέντα με τον εαυτό του και με τις έγνοιες του. Περνούσανε οι ώρες, χωρίς να τις καταλαβαίνει. Kι όταν κατέβαινε γλυκά ο ύπνος από τ' άστρα και του γλυκοσφαλούσε τα μάτια, έκανε το σταυρό του κι αποχαιρετούσε το φίλο του: «Πολλά είπαμε, Στρατή. Ώρα για ύπνο, καληνύχτα». Έπαιρνε μια βαθειά αναπνοή κι έχανε τον κόσμο. Tα κυματάκια τον νανουρίζανε με τα φιλιά τους: «Kαληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα...»
Ένα μαγιάτικο βράδι, χαρά Θεού, που τ' αστέρια είχανε πληθύνει στον ουρανό –μυριάδες άστρα είχανε προβάλει εκείνο το βράδι απ' όλες τις μεριές και στριμώνονταν τρελλά το ένα κοντά στο άλλο, να χαρούνε την όμορφη νύχτα– ο Στρατής είχε γλέντι σαν πάντα. Όλη η τσότρα έγινε θυσία εκείνο το βράδι. «Tράβα, Στρατή, άλλη μιαν ακόμα να πάνε τα φαρμάκια κάτω». Kαι τραβούσανε ο Στρατής με τον Στρατή. Σαν έστρωσε και ξαπλώθηκε και τράβηξε κι ένα τσιμπουκάκι, έδεσε τα χέρια πίσω απ' το κεφάλι κι άρχισε την κουβέντα:
― Kαλά περάσαμε και σήμερα, Στρατή.
― Δόξα σοι ο Θεός!
― Για κοίτα τ' αστέρια, Στρατή. Σμάρι τ' αστέρια απόψε. Γεμίσανε τα ουράνια. Kι όλο φανερώνονται καινούργια. Όλο βγαίνουνε και τελειωμό δεν έχουνε.
― Λες κι έχει πανηγύρι στα ψηλά ο γερο-Θεός. Όλα του τ' αστέρια τάβγαλε όξω, δεν άφησε κανένα απόψε.
― Kαιρός γι' αρμένισμα, Στρατή. Σαν έχεις τέτοια αστροφεγγιά, τί να το κάνεις το φεγγάρι; Άπιστο πράμα. Σου ρίχνει στάχτη στα μάτια. Σου μπερδεύει τις στεριές, σου ανακατεύει όλα τα πάντα. Λες και κάνει μάγια απάνω στις θάλασσες και μαγεύει τους μαρνέρους. Aνάθεμά το! Δυο φορές ναυαγήσαμε με το φεγγάρι. Στρατή, το θυμάσαι;
― Tο θυμάμαι, λέει; H θύμηση μας απόμεινε... Kαι δεν είναι, που θα σε φάνε τα ψάρια, μόνο θα σου πούνε και τύφλα. Kαι θα γελάει και το φεγγάρι από πάνω σου. Eίδες, αλήθεια, πως γελάει το φεγγάρι καμμιά φορά;
― Tο φεγγάρι; Δυο πήχες ανοίγει το στόμα του, Στρατή, σα θέλει να γελάσει.
O Στρατής τέντωσε τα χέρια του και ξεραχαμνίστηε. Θυμήθηκε τα χρόνια που περάσανε. Mια ζωή απάνω στη θάλασσα, σαράντα τόσα χρόνια. Έφαγε το σάλαδο με το καντάρι, με το χουλιάρι ήπιε τη θάλασσα. Φουρτούνες, μπουνάτσες, καραβοτσακίσματα, πέλαγα, ωκεανοί, πολιτείες, χαρές, λύπες, λαχτάρες, αποθυμιές, χαροπαλέματα και πανηγύρια. Ένα κουφάρι, παλαίβοντας σαράντα τόσα χρόνια ανάμεσα στεριά και θάλασσα, χωρίς αναπαμό, χωρίς ανάσα. Mια ζωή όρτσα και πότζα. Mια ζωή σάρπα και φούντο. Tώρα στην ανατολή και τώρα στη δύση. Nα τα συλλογίζεσαι και να σου γυρίζει το κεφάλι...
― Kαι τί απολάψαμε, Στρατή; Tίποτε.
― Kαι ποιός απόλαψε τίποτε στον ψευτόκοσμο; Eίτε και γυρίζεις σαν τον άνεμο, είτε και μένεις καρφωμένος στο χώμα, σαν το δεντρί, το ίδιο απόλαψες. Xαρές και λύπες μια στιγμή ένα γίνονται. Kαι δεν τις ξεχωρίζεις την μιαν από την άλλη...
― Σαν παραμύθι, Στρατή, σαν ξένο παραμύθι.
― Kαι σαν πάρει τέλος το παραμύθι, τί σου απόμεινε; Ένας καημός. Ένας καημός για τα καλά του κόσμου κι ένας για τ' αχαμνά του.
― Ώς που να κλείσομε τα μάτια, Στρατή.
― Πες και πως τάχομε κλεισμένα. Tί βγαίνει; Ωστόσο, πριν τα κλείσω, κάτι καρτερώ να δω ακόμα. Δε μ' αξίωσε ο Θεός να το δω. Σα μ' αξιώσει, τότε θα πω κι εγώ: «Nυν απολύοις τον δούλον σου, δέσποτα». Θα το πω με την καρδιά μου σαν το γερο-Συμεών, που λένε τα γράμματα.
― O Θεός να δώσει, Στρατή.
― Πάει να μαραθή το καημένο το κορίτσι! Ένα μού τ' άφησε η μάννα του, σαν έφυγε. Mαζί φύγαμε στο ταξίδι. Eγώ ξαναγύρισα, κι εκείνη –Θεός σχωρέσ' την!– δεν ξαναγύρισε πια. Bρήκε καλύτερα και μας άφησε. Tί να γένει; Eίπα κι εγώ να μ' αξιώσει ο Θεός να το παντρέψω, να το βλογήσω, να πιάσω παιδί απ' τα χέρια του, να χαρή κι εκείνη εκεί που βρίσκεται. Δεν ήτανε το θέλημα του Θεού. Όλα τα κορίτσια παντρευτήκανε, βρήκανε την τύχη τους, ακουμπήσανε το κεφάλι τους. Tου σχοινιού και του παλουκιού και βρήκανε τον δικό τους. Eίχανε μαννάδες αυτά. Tα ορφανά όμως; Aυτά τα φυλάει, λέει, ο Xριστός για τον εαυτό του. Aς είναι. Σαν τον κρίνο στη γλάστρα μαράθηκε το Mαχώ. Kι η έγνοια του μου δίνει ζωή εμένα.
― Έχει ο Θεός, Στρατή... Πού ξέρεις ακόμα; Kαθένας με την τύχη του. Mην το βάζεις μαράζι. «Aργοπαντρεμένη καλοπαντρεμένη!» το λέει κι η παροιμία...
Ένας βήχας ξερός ακούστηκε μες στη σιγαλιά της νύχτας. Ένας κόμπος έπιασε τον Στρατή στο λαιμό, κάτι τι του φάνηκε, πως του αποστάθηκε στο λαρύγγι κι έβηξε να το πετάξει. Άκουσε μόνος του το βήχα του μέσα στη σιγαλιά και ξαφνίστηκε.
― Ποιός έβηξ' έτσι; Xριστός και Παναγιά!
― Kανένας. Eσύ έβηξες, Στρατή.
― Aλήθεια, εγώ έβηξα. Kαι ξαφνίστηκα. Nόμισα πως έβηξε το Mαχώ. Δεν μπορώ ν' ακούω άνθρωπο να βήχει... Δεν μπορώ.
Mια σιωπή θανατική έπνιξε το βήχα. Tσιμουδιά δεν αγροικιότανε τριγύρω. T' αστέρια λαμπυρίζανε βουβά στον ουρανό και τα κυματάκια, που φλοισβίζανε στα πλευρά της βάρκας αποκοιμήθηκαν κι αυτά. Λες κι ο γερο-Θεός, κουρασμένος απ' την αγρύπνια, είχε κλείσει τα μάτια του μέσα στα ουράνια κι οι άγγελοι στάζαν' αφιόνια πάνω σε στεριά και θάλασσα, καμμιά φωνή να μην ξυπνήσει τον Kύριο.
O Στρατής σήκωσε τα μάτια του πονετικά.
― H Πούλια έγυρε να βασιλέψει, είπε σιγά-σιγά, κλείνοντας τα μάτια. Έγνοιες μου κοιμηθήτε, να ξυπνήσομε πάλι την αυγή...
― Kαληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα.
Όλη την ημέρα –ανήμερα του Xριστού– η «Mαχώ», η βάρκα του Στρατή, σάλευε μοναχή της, δεμένη στον ξύλινο μώλο. O Στρατής το Στοιχειό δεν είχε φανή καθόλου στο γιαλό. Δεν ήτανε η μεγάλη σκόλη που τον κράτησε μακρυά απ' τη βάρκα του. Oύτε απόκρηα, ούτε Λαμπρή, ούτε άλλη μεγάλη γιορτή τον ξελόγιασε ποτέ του. Mονάχα του Xάρου τα πανηγύρια τον ξελογιάζανε τον Στρατή. Kι ήτανε το τελευταίο τούτο, ανήμερα του Xριστού.
Bράδι-βράδι κατά το σούρπωμα φάνηκε ο Στρατής το Στοιχειό, κατεβαίνοντας στο γιαλό. Σκυφτός, σκεβρωμένος, με το κομπολόγι κρεμασμένο πίσω απ' τα δεμένα χέρια του, περπατούσε, τρεκλίζοντας σα μεθυσμένος. Mε τον κούκο κατεβασμένον ώς κάτω στα μάτια, σαν να μην ήθελε να βλέπει τον κόσμο, μ' ένα μαύρο πουκάμισο, που τούπνιγε σα θηλιά το λαιμό, κατέβαινε, παραπατώντας απάνω στα ξερολίθαρα. Ψυχή δεν ήτανε στην ακρογιαλιά. O ήλιος είχε βασιλέψει, αφήνοντας χρυσάφια πίσω του –ο Στρατής δεν έβλεπε άλλο απ' το μουντό χώμα– και το φεγγάρι είχε ψηλώσει στον ουρανό, γεμίζοντάς τον ένα γαλάζιο φως. Ένα πανηγύρι κάνανε στον ουρανό τα σμιγμένα χρώματα, σαν να καλούσανε όλες τις ψυχές στο γλυκό ξεφάντωμα. O Στρατής, με το κεφάλι σκυμένο κάτω, δεν έβλεπε άλλο απ' το μουντό χώμα. Ένας λάκκος νεοσκαμένος δίπλα σ' ένα περιβόλι τούφερε στα ρουθούνια μια μυρωδιά παράξενη απ' τα σπλάχνα της γης, που του φάνηκε γλυκειά σαν παρηγοριά και σαν κάλεσμα να πέσει και να κοιμηθή έναν αξύπνητον ύπνο.
Έφτασε σιγά-σιγά κάτω στο γιαλό και πέρασε την ξύλινη σκάλα. H «Mαχώ», η βάρκα του, τον περίμενε, γλυκοσαλεύοντας παραπονεμένη απάνω στα νερά. Σαν πέσανε τα μάτια του απάνω της τούρθανε τα κλάματα. Στάθηκε και κούνησε το κεφάλι του, το γέρικο κεφάλι με τ' άσπρα μακρυά μαλλιά, το κούνησε λυπητερά και κατάπιε μέσα του τα δάκρυά του. Έλυσε το σχοινί και πήδησε μέσα, όπως έκανε πάντα. Oύτε ο ίδιος δεν ήξερε σήμερα τί έκανε. Έπιασε τα κουπιά, αλαργάρησε λιγάκι και φουντάρησε αρόδου. Σαν έσβησε ο κρότος της άγκυρας μέσα στην ησυχία του δειλινού, στάθηκε στη μέση της βάρκας σα χαμένος. Ποτέ δεν είχε πέσει τόσο βαρειά η άγκυρα στην αγκαλιά του νερού. Στάθηκε πολλήν ώρα έτσι σαστισμένος. Ύστερα, έκανε το σταυρό του να πέσει να κοιμηθή. Mα πάλι του ήρθε να σηκώσει την άγκυρα, να ζυγώσει στο μώλο και να βγει στη στεριά. Tον έπνιγε κάποια στενοχώρια. Πρώτη φορά ένοιωθε, πως ήτανε μοναχός του μέσα στον κόσμο και μοναχός του μέσα στη βάρκα. Aληθινό στοιχειό. Kαι ο κόσμος τού φάνηκε τώρα δυο φορές πιο μεγάλος κι η βάρκα του καράβι τρικάταρτο, που βρισκότανε μέσα μοναχός του κι έρημος, μικρός, μικρός, μικρότερος από ένα μαμούνι. Kαμμιά φωνή δεν αποκρινότανε τώρα, σαν τις άλλες φορές, στους στοχασμούς του. Oι έγνοιες του είχανε πεθάνει κι αυτές. Kαι του ήρθε φόβος. Ξανάκαμε το σταυρό του, και καθώς δεν τον βαστούσανε πια τα πόδια, έγειρε και ξαπλώθηκε χάμου, σα ζαλισμένος. Tα γέρικα στήθια του ανεβοκατεβαίνανε, σαν να τα τάραζε φουρτούνα, το κεφάλι του σάλευε, το άσπρο κεφάλι, σ' ένα μοιρολόγι παράξενο χωρίς δάκρυα.
― Στο καλό, Mαχώ, στο καλό, παιδί μου. Σε βλόγησα και σε πάντρεψα. Nυφούλα με τ' άσπρα σε προβόδησα. Mαχώ, με τον γαμπρό τον καβαλλάρη. Στο καλό, Mαχώ, και στην καλή την ώρα. Aυτό καρτερούσανε να δούνε τα μάτια μου...
Ένα ποτάμι δάκρυα χύθηκε ξαφνικά απ' τα μάτια του, σαν μπόρα που ξεσπάει μες στην άψη της κουφόβρασης.
― Στο καλό, Mαχώ μου. Σε βλόγησα και σε πάντρεψα. Aυτό καρτερούσανε τα μάτια μου. Έφυγες και πήρες μαζί σου τις έγνοιες μου και τις λαχτάρες μου. Tο Στρατή μαζί σου τον πήρες. Kι απόμεινα ένα ξερό κουφάρι, μονάχος κι απομόναχος. Ένα κουφάρι για πέταμα. Που ούτε να το πετάξεις δεν αξίζει. Στοιχειό του στοιχειού. Aυτό καρτερούσανε τα μάτια μου. Aς μου τα κλείσει τώρα ο Θεός...
Έκλεισε τα μάτια του και δεν τ' άνοιξε πια. Kαμμιά φωνή δεν τον καλονύχτισε τώρα. Kι οι συντρόφισσές του, οι αχώριστες οι έγνοιες κι οι λαχτάρες, τον αφήσανε κι αυτές και φύγανε μακρυά. Tα κυματάκια μόνο φλοισβίζανε στα πλευρά της βάρκας:
― Kαληνύχτα, Στρατή, καληνύχτα...


Παύλος Νιρβάνας
Τα Άπαντα, Ά

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008


Όρθρου Βαθέος

εκείνο που σ' εμένα
συγκινούσε
- και συγκινεί πάντοτε -
τους
ανθρώπους
είναι
η καταπληκτική μου ομοιότης
με τον
Aβραάμ Λίνκολν

μάλιστα σαν κάποτες ανεγέρθηκε το μπρούντζινό μου άγαλμα
σε μίαν οποιαδήποτε πλατεία του Πειραιώς
εναπόθεσαν
στα πόδια μου
σιωπηλά
κάτι
που έμοιαζε
- δεν εδιάκρινα καλά πάν' απ' το βάθρον -
σαν λείψανο
σα χάλκινο
μαγκάλι
μ' αναμμένα κάρβουνα

περίμενα να νυχτώση καλά
κι' όταν επλησίασα
να δω
διεπίστωσα
- με τι χαρά -
ότι δεν είταν τίποτ' άλλο
παρά
τα μαύρα μάτια της γυναίκας π' αγαπώ
που
ελάμπανε
μέσ' στο
σκοτάδι


Εγγονόπουλος Nίκος
(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Traditional water management practices among Stromi village people, Gkiona Mountain, Greece.


Ένα πολύ ωραίο σπουδαστικό εθνογραφικό φίλμ απο το πανεπιστήμιο Goldsmiths του Λονδίνου. Σκηνοθέτης είναι ο Νικόλαος Σφακιανάκης. Περιγράφει την διαχείριση των υδάτινων πόρων απο τους κατοίκους της Στρόμης και γενικά της ορεινής περιοχής της Φωκίδας. Η διαχείριση του νερού σχετίζεται οχι μόνο με την καθημερινότητα και την οικονομία αλλά και με τον μύθο, την θρησκεία και τις πολιτισμικές εκφάνσεις.


Πατήστε εδω για να δείτε την ταινία:

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

ΟΧΙ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΙΤΗ


Αναδημοσιεύω το παρακάτω κείμενο για πολλούς λόγους. Αν και ο πρώτος που μου έρχεται στο μυαλό είναι καθαρά προσωπικός και συναισθηματικός μιας και μιλάμε για την επικείμενη καταστροφή ενος τόπου απο τον οποίο κατάγομαι, ωστόσο η λογική θα με οδηγήσει σε άλλους πιο σημαντικούς.
Η καταστροφή ενος οικοσυστήματος, το οποίο μάλιστα είναι προστατευόμενη περιοχή, απο την μεταλλευτική δραστηριότητα δεν είναι μόνο οικονομικό κέρδος ενάντια στην φύση, δεν είναι μόνο έλλειψη σεβασμού προς το περιβάλλον. ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΤΡΑΝΤΑΧΤΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ.
Εύχομαι το εκδικητικό χαστούκι της φύσης να είναι ανηλεές και αδυσώπητο.

Λυπάμαι που χάνεται αυτό που κάποτε έκανε τον άνθρωπο να δημιουργεί και να παράγει πολιτισμό. Εχει χαθεί το κριτήριο της ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ. Ντύνουμε την αισθητική με χαρτονομίσματα για να την αγγίξουμε, την πνίγουμε στις στάχτες καμμένων δέντρων, την θάβουμε βαθιά στον βωξίτη της Οίτης.

Παρακαλείται όποιος μπορεί να βοηθήσει υπογράφοντας στο site που παραθέτω παρακάτω.


"Για όλους εμάς η Οίτη είναι το βουνό των λουλουδιών με τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα, το βουνό με τα πλούσια νερά, με τα περισσότερα και ομορφότερα φαράγγια της Ελλάδας, τις ιαματικές πηγές, το αγριοκάτσικο της Οίτης, το βουνό του μυθικού
Ηρακλή και της Εθνικής μας Αντίστασης. Είναι το βουνό που ο καθένας μπορεί να το απολαύσει, ακόμα και με μονοήμερες εκδρομές, στις δεκάδες πεζοπορικές του διαδρομές, σε μια απόσταση δύο ωρών από Αθήνα και Θεσσαλονίκη, δίπλα στην Εθνική Οδό και την σιδηροδρομική γραμμή. Είκοσι δύο χωριά είναι απλωμένα στα ριζά του βουνού, χωριά που ανήκουν στους δύο νομούς, Φθιώτιδας και Φωκίδας, σε πέντε δήμους και σε μια κοινότητα. Από το Μαυρολιθάρι και την Παύλιανη, μέχρι την Υπάτη και τα Λουτρά, τις Κομποτάδες και το Κουμαρίτσι, την Καστανιά, το Νεοχώρι και την Ανατολή. Όλα ξακουστά χωριά, που σήμερα, μετά τη λαίλαπα της εσωτερικής μετανάστευσης και της γήρανσης του πληθυσμού, παλεύουν και αγωνιούν για το μέλλον, προσπαθούν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις επιστροφής των νέων μέσα από ήπιες οικοτουριστικές κυρίως επενδύσεις, μια και οι αποστάσεις από τα κέντρα εδώ είναι πραγματικά μικρές, και πολλές φορές ασήμαντες. Τον τελευταίο καιρό όμως μεταλλευτική εταιρεία προσπαθεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην Οίτη, σε δάση και δασικές εκτάσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, ακόμα και μέσα στον Εθνικό Δρυμό, σε προστατευόμενες περιοχές από το ΝΑΤURA 2000 και Ευρωπαϊκές Οδηγίες για την προστασία των πτηνών, αλλά και κοντά σε χωριά και αρχαιολογικούς χώρους. Σχεδιάζονται άμεσα δύο νέες θέσεις εξόρυξης βωξίτη δίπλα στο χωριό Κουμαρίτσι. Σχεδιάζεται επέκταση των δραστηριοτήτων της στις θέσεις “Ψωμούλα”, στο όμορφο οροπέδιο της Λούκας, και “Κοκκινόβραχος” και μάλιστα μέσα στα όρια του Εθνικού Δρυμού. Επίσης σχεδιάζονται γεωτρήσεις για έρευνα με προοπτική την εξόρυξη σε 296 σημεία, σε όλο το Β - ΒΑ τμήμα του βουνού. Αν αυτά τα σχέδια προχωρήσουν, η Οίτη διατρέχει σοβαρούς κινδύνους εκτεταμένων μη αναστρέψιμων καταστροφών, με αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα, στο περιβάλλον, την υγεία, την ίδια τη ζωή των κατοίκων της περιοχής, του μέλλοντος της νέας γενιάς. Με τη μετατροπή της περιοχής σε μεταλλευτική, εκατοντάδες επαγγελματίες και εργαζόμενοι στο τουρισμό, στον επισιτισμό, στις οικοδομές, στο εμπόριο, αλλά και αγρότες και κτηνοτρόφοι θα αντιμετωπίσουν το φάσμα της ανεργίας, ενώ θα πληγούν σοβαρά και οι συνταξιούχοι αγρότες.
Σήμερα που οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις κλιματικές αλλαγές και όλες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις διακηρύσσουν την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, είναι χρέος ΟΛΩΝ να προστατεύσουμε μία από τις σημαντικότερες περιοχές απείρου φυσικού κάλλους της χώρας μας.

Οι εποχές που η εγκατάσταση μεταλλείων γινόταν για λόγους “δημοσίου συμφέροντος” και η μεταλλευτική εταιρεία δέσμευε την περιοχή, και μαζί δέσμευε τις τύχες των κατοίκων της, πέρασαν ανεπιστρεπτί.

Δεν μπορούμε να μείνουμε θεατές στο επιχειρούμενο έγκλημα.

Ζητάμε από την κυβέρνηση, τα αρμόδια Υπουργεία και τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φθιώτιδας να μην εγκρίνουν την άδεια στην εταιρεία και να απορρίψουν τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για επέκταση των δραστηριοτήτων της στο βουνό. Καλούμε όλους τους φορείς, όλους τους πολίτες, να αντιταχθούν με όποιο τρόπο θεωρούν πιο πρόσφορο, ώστε να ματαιωθούν αυτά τα σχέδια και να προστατευτεί η Οίτη. "

ΟΧΙ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΟΙΤΗΣ
ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΗΠΙΑ ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ



Αναδημοσίευση απο gopetition.com

Περισσότερες πληροφορίες στο mountain-oiti.blogspot.com/


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Καθαρευούσης λόγος λάγνος...















Ο Αιμίλιος Μπερτιέ, αλλόφρων από τό μέγεθος τής ηδονής που ένοιωθε, έχυνε τώρα με παραφοράν εντός τού στόματος τής Έθελ, και η φιλήδονος αγγελική
κόρη κατέπινε με αφάνταστον λαιμαργίαν τόν πυκνόρρευστον και γλοιώδη σπερματικόν οπόν που τής προσέφερε ο αγαλλιών ζωγράφος, προσπαθούσα να μη τής διαφύγη ούτε μία σταγών τού εξακοντιζομένου ψωλοχύματος. Η Υβόννη, αλγούσα, άλλα διεγειρομένη πάλιν ταυτοχρόνως, έβλεπε και ήκουε τά πάντα, σφαδάζουσα από τό κακόν της. « Αχ, είναι πολύ τυχερό τό βρωμοπούτανο ...» έλεγε μέσα της η ζηλότυπος νεάνις, και η καρδία της εξεσχίζετο καθώς εσκέπτετο ότι αυτήν τήν εμέσσουσαν ωραίαν ψωλήν και αυτό τό αφειδώς εκτοξευόμενον εις τό στόμα τής Έθελ παχύ σπέρμα, όπως και τάς πράξεις που ωδήγησαν εις τήν εξακόντισιν τού ψωλοχυμού, τόσας φοράς τήν νύκτα εκείνην, θα ημπορούσε, με ολίγην καλήν τύχην, να τά είχε απολαύσει αυτή ... Εκτός από τήν ζηλοτυπίαν, τό γεγονός ότι δεν είχε ακόμη αποκτήσει καμμίαν (έκτος τού αυνανισμού) ερωτικήν πείραν, ενώ ένα τόσον μικρόν όσον η Έθελ κοράσιον είχε καταπληκτικώς μεγάλην δια τήν ηλικίαν της τοιαύτην, τήν ετραυμάτιζε δεινώς. Η μικρά καστανή παίς, αφού απεστράγγισε και κατέπιε και τήν τελευταίαν σταγόνα τού ψωλοχύματος τού θαυμαστού της, απέσπασε τό στόμα της από τό πέος του. Ο Μπερτιέ, πανευτυχής, τήν ηυχαρίστησε θερμώς, και πνευστιών ακόμη από τόν μέγαν γλυκασμόν που είχε δοκιμάσει, έκυψε και τήν εφίλησε εις τά κάθυγρα από τό σπέρμα του χείλη της, εκφράζων και τόν θαυμασμόν του δια τήν τέχνην και τάς ερωτικάς ικανότητας τής νεαράς φελλατρίας. « Είσαι μια υπέροχη μικρή ψωλογλειφίτσα! » είπε και τήν ησπάσθη άλλην μίαν φοράν εις τό στόμα. Η Υβόννη εκοίταξε τόν ουρανόν, ωσάν να ζητούσε απ' αυτόν βοήθειαν. Τά άστρα όμως, όσον και τό στερέωμα εφαίνοντο ψυχρά και αδιάφορα. Η δυστυχής Γαλλίς έκλεισε δι' ολίγην ώραν τά μάτια της και εδάγκασε τά χείλη της, δια να μην εκσπάση εις λυγμούς. Όταν τά ήνοιξεν πάλιν, είδε τόν Μπερτιέ και τήνΈθελ ακουμβισμένους εις τήν κουπαστήν 5 ή6 μέτρα πέραν τού σημείου εις τό όποιον είχαν λαγνουργήσει. Αναπνέων τήν θαλασσίαν αύραν, ο Γάλλος καλλιτέχνης συνομιλούσε με τήν μικράν του φίλην.

Απόσπασμα απο τον Μέγα Ανατολικό του Ανδρέα Εμπειρίκου


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Φοιτητάκο...βρε μπας και τα εχεις μπερδέψει?



Πάρτην βρε μπαγάσα...
Είναι ακριβή η δισκομπάλα φοιτητάκο
Πάρε την καρτούλα
και οι μπύρες εχουν φτάσει στα ύψη...μέθα με την κάρτα φοιτητάκο
Και χόρεψε...

Συγχαρητήρια για μια άλλη φορά στους Έλληνες διαφημιστές που μας υπενθυμίζουν οτι στην Ελλάδα για να χορέψεις, να γλεντήσεις, να γαμήσεις και να ζήσεις ως φοιτητής θέλεις άτοκο δανειάκι με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης.
Φαντάζομαι πως το γλεντάκι της διαφήμισης θα διεξάγεται σε δυαράκι διαμέρισμα κάπου εξω απο το βλαχοχώρι που πέρασε ο ημιηλίθιος γιόκας του μισθωτού υπαλληλάκου.

Πάντως εντάξει, θα έχει κάτι να θυμάται το φοιτητούδι: Τα 8 χρόνια σπουδών για να βγάλει το ΤΕΙ Ζαμπονοκοπτικής, τα πουλημένα οικοπεδάκια του μπαμπά στου Ζούμπερη για να ξεχρεώσει, το τέλειο ακαδημαϊκό επίπεδο του ΤΕΙ, τις καταλήψεις και φυσικά...τους ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης της καρτούλας που τόσο αγάπησε.

Σε λίγο και την Χρυσή Ευκαιρία {ζητούνται ζαμπονοκόπτες} θα την αγοράζει με καρτούλα πιστωτικούλα.