Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Προσκύνημα στην Εσχατιά



1,2,3,...

Οι τελευταίες στάλες της φθινοπωρινής μπόρας. Πόσο ηδονικά χαϊδευαν το λευκό, μαρμάρινο μονόστυλο που στεκόταν εγωιστικά σε αυτό το ορεινό κομμάτι γής. Σαν να μην έβρεξε. Οι σταγόνες γλίστρησαν στο λευκό μάρμαρο, ψηλάφισαν την λιτή αρχαία επιγραφή και χάθηκαν στο πετρώδες έδαφος του βουνού. Μια απλή στιγμή ανάμνησης. 

Οι κάτοικοι των γύρω ορεινών χωριών αποκαλούν αυτό το μέρος Κολώνα ή Μονοστύλι. Βέβαια λίγοι έχουν έρθει εδω γιατί ακόμα και γι' αυτούς είναι δύσκολο να ανέβουν στο διάσελο του όρους και να τραβερσάρουν στις υψηλές πετρώδεις κορυφές του. Λίγοι βοσκοί το έχουν δει απο κοντά μα δεν αγγίζουν ποτέ την μια και μοναδική μαρμάρινη στήλη. Ισως απο σεβασμό, ίσως και απο φόβο καθώς οι μύθοι των αρχαίων μαρμάρων ξεφτίζουν πιο δύσκολα απο τα ίδια τα μάρμαρα. Τα αερικά και τα τελώνια κρατούν ακόμα λευκό το μονόστυλο. 

Ένιωθα ήρεμος και ακμαίος. Το ανηφορικό μου ταξίδι φαίνεται πως δεν με κούρασε. Ποτέ δεν με κούραζαν οι ανηφόρες. Όταν όμως αυτές σταματούν, φαντάζομαι πως θα νιώθει κανείς άβολα αν δεν αντικρύζει κάτι στην κορφή. Έστω και μια αρχαία, λιτή μαρμάρινη στήλη. Κάτι που να διαφέρει. Μια ,αισθητικά διαφορετική, ανθρώπινη δημιουργία, φτιαγμένη απο τα χέρια θνητών, αδύναμων και ατελών όντων.

Δεν υπάρχει Θεός στο Μονοστύλι. Μόνο λευκό μάρμαρο και ανθρώπινος ιδρώτας. Δεν ζεί εδω ο Θεός και είμαι σίγουρος πως κάτι τέτοιο θα γράφει και η επιγραφή στο μάρμαρο που η παλαιότητα της και οι γνώσεις μου δεν μου επιτρέπουν να την διαβάσω. 

Άρχισε να ψιχαλίζει. Ησυχία. Το ζεστό υδάτινο άγγιγμα της με κάνει να ηρεμώ, να διώχνω τις ενοχές και τις αμαρτίες μου. Ουράνιος αγιασμός βρέχει στον τάφο των Θεών. Νεκροί κείτονται οι Θεοί στο Μονοστύλι.